υποδηλώνω

υποδηλώνω
[-ώ (ο )] μετ. фактически означать (что-л.); служить знаком, признаком (чего-л.); косвенно свидетельствовать (о чём-л.); содержать намёк (на что-л.);

τό περιεχόμενον της απαντήσεως υποδηλώνει άρνησιν — содержание ответа фактически означает отказ


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "υποδηλώνω" в других словарях:

  • υποδηλώνω — υποδηλώνω, υποδήλωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • υποδηλώνω — ὑποδηλῶ, όω, ΝΜΑ [δηλῶ / ώνω] δηλώνω κάτι με έμμεσο τρόπο, φανερώνω έμμεσα, υποσημαίνω αρχ. 1. παρουσιάζω κάτι σε στενό κύκλο, δείχνω εμπιστευτικά 2. προαναγγέλλω, προειδοποιώ …   Dictionary of Greek

  • υποδηλώνω — υποδήλωσα, υποδηλώθηκα, υποδηλωμένος, φανερώνω κάτι έμμεσα, πλάγια, καλυμμένα, υποδείχνω: Το κύμα απεργιών υποδηλώνει αύξηση πληθωρισμού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καθυπεμφαίνω — (Μ) (επιτατ. τού υπεμφαίνω) υποδεικνύω, υποδηλώνω, φανερώνω κάτι κρυφό. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)* + ὑπ εμ φαίνω «υποδηλώνω»] …   Dictionary of Greek

  • προϋπεμφαίνω — Μ υποδηλώνω, υποδεικνύω προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ὑπεμφαίνω «υποδηλώνω, φανερώνω»] …   Dictionary of Greek

  • συμπαραδηλώ — όω, ΜΑ υποδηλώνω κάτι ακόμη («συμπαραδηλοῡντα καὶ τὸ ποῑόν τι καὶ πόστον μέρος τῆς ὅλης γῆς ἐστι», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + παραδηλῶ «υποδηλώνω, φανερώνω»] …   Dictionary of Greek

  • αγορεύω — (Α ἀγορεύω) εκφωνώ λόγο σε δημόσια συγκέντρωση, δημηγορώ νεοελλ. (ειρωνικά) μιλώ σαν ρήτορας, ρητορεύω αρχ. 1. λέω, μιλώ, αναφέρω 2. αναγγέλλω, διακηρύσσω 3. συμβουλεύω, παρακινώ 4. ορίζω 5. αποδεικνύω, φανερώνω, υποδηλώνω 6. φρ. «κακῶς ἀγορεύω… …   Dictionary of Greek

  • αινίσσομαι — αἰνίσσομαι και αττ. αἰνίττομαι (Α) 1. μιλώ με γρίφους, αινιγματικά 2. υπαινίσσομαι, υπονοώ, υποδηλώνω 3. εικάζω, υποθέτω, σχηματίζω στον νου μου την εικόνα ενός πράγματος 4. (με παθ. σημ.) δηλώνομαι με ασάφεια, σκοτεινά 5. φρ. «αἰνίσσομαι εἴς… …   Dictionary of Greek

  • διεξάγω — (AM διεξάγω) [εξάγω] διενεργώ, φέρω εις πέρας μια υπόθεση μσν. φρ. «διεξάγω τὴν τοῡ παιδὸς ἡλικίαν» περνώ την παιδική ηλικία αρχ. 1. οδηγώ προς τα έξω περνώντας μέσα από κάτι ή από κάπου 2. κατευθύνομαι 3. εξετάζω, ερευνώ για εκδίκηση 4. διευθετώ …   Dictionary of Greek

  • ενέπω — ἐνέπω και ἐννέπω (Α) 1. διηγούμαι, αφηγούμαι («ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῡσα, πολύτροπον», Ομ. Οδ.) 2. μιλώ, συζητώ 3. υποδηλώνω («κτενῶν νιν, ὡς τοὔνειρον ἐννέπει τόδε», Αισχίν.) 4. μιλώ παραινετικά 5. καλώ, ονομάζω 6. αποτείνω τον λόγο …   Dictionary of Greek

  • ενυποφαίνω — ἐνυποφαίνω (Μ) υποδηλώνω, σημαίνω, φανερώνω …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»